Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

"3 και 7 λόγοι" για να μην εμπιστεύεστε την κριτική


Οι εκδόσεις Λιβάνη εξέδωσαν το «μυθιστόρημα» Το 3 και το 7 του Γ. Παπαχρήστου και οι κριτικοί το λιβάνισαν. Οι ενθουσιώδεις παρατηρήσεις που διάβασα με αποκορύφωμα τη σύγκριση του βιβλίου με την τραγωδία με έκαναν να αγανακτήσω και να αντιδράσω δημοσιοποιώντας τη γνώμη μου.
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο γυναικάς μεγαλογιατρός Τερζάκης διατηρεί -παράλληλα με άλλες- μακροχρόνια σχέση με τη νοσηλεύτρια Καίτη. Από ένα λάθος τηλεφώνημα γνωρίζει και «ερωτεύεται» και την κόρη της, Νικόλ, την οποία αφήνει έγκυο. Ο γιατρός θέλει να απαλλαγεί από το παιδί και να σταματήσει τη σχέση του με την κόρη. Γι’ αυτό της αποκαλύπτει το δεσμό του με τη μητέρα της. Εκείνη όμως ονειρεύεται «ένα μεγάλο σπίτι μαζί του», «σαλόνια, τζάκια, καναπέδες, πισίνα και κήπους», «επίσημα δείπνα … τουαλέτες και ακριβά κοσμήματα» (σ.163). Έτσι αποφασίζει να ανακοινώσει στην ανυποψίαστη ως τότε μητέρα της την αλήθεια και να της ζητήσει να εγκαταλείψει τον εραστή της, για να τον παντρευτεί η ίδια. Στο κεφάλαιο με τον τίτλο Ηρωίδες αρχαίας τραγωδίας σ’ ένα δυάρι στο Νέο Κόσμο η μητέρα αντιδρά στο άκουσμα του νέου βίαια: «χτύπησε … ξαναχτύπησε … όρμησε … χίμηξε … ούρλιαξε … θα σε σκοτώσω μωρή, πουτάνα (sic)» (σσ. 192-193). Η κόρη «ούτε που κατάλαβε» (σ. 194) πώς σκότωσε τη μητέρα της με το ψωμομάχαιρο. Συγκλονισμένος ο Τερζάκης αυτοκτονεί και ο πλούσιος φίλος του Σαραντόπουλος -στέλεχος σε μια πολυεθνική- αναλαμβάνει να προστατεύσει τη μικρή μητροκτόνο. Της βρίσκει το μεγαλοδικηγόρο Περλορέντζο για «να πέσει στα μαλακά» (σ. 216) στη δίκη. Στο τέλος, όταν «σε τρία, τρεισήμισι χρόνια» (sic σ.245) βγαίνει από τη φυλακή με το κοριτσάκι που είχε στο μεταξύ γεννήσει (και βαφτίσει με το όνομα της μητέρας της), ο Σαραντόπουλος είναι εκεί, έξω από την πύλη, με τη «μπλε σκούρα BMW του» (σ.277), για να της προσφέρει τη «ζωή που δεν έζησε με τον καθηγητή της» και που «έπαιρνε τώρα σάρκα και οστά στη μορφή αυτού του γοητευτικού άντρα…» (σ.278). Γιατί Η ζωή είναι γένους αρσενικού, όπως μας διδάσκει ο τίτλος του τελευταίου αυτού κεφαλαίου.
«Μ’ ένα Άρλεκιν ξεχνιέμαι», έτσι δεν είναι; Αναρωτιέμαι, όμως, τι σχέση έχουν με όλα αυτά η ύβρις, η νέμεση, η κάθαρση, εκτός ίσως από το γεγονός ότι αποτελεί ύβρι η σύγκριση του συγκεκριμένου βίπερ Νόρα με την αρχαία τραγωδία. Αλλά, όπως ειπώθηκε και στη συζήτηση της λέσχης μας, ένα βίπερ μπορεί να είναι καλύτερο. Συμφωνώ και εξηγούμαι. Το βιβλίο είναι κακογραμμένο.
Άστοχες εκφράσεις (π.χ. «συνάντηση μετά φαγητού» σ.14), αδύναμος μακροπερίοδος λόγος (π.χ. «Έκανε τον ειδικό … πραγματικότητα» σ.31), κοινή ιδιόλεκτος για όλους τους χαρακτήρες του έργου, σε όλους τους διαλόγους του έργου (η παράθεση παραδειγμάτων αταίριαστων στις περιστάσεις και στα πρόσωπα υβριστικών εκφράσεων περιττεύει), επαναλήψεις κλισέ στην περιγραφή χαρακτήρων (π.χ. «Ο Τερζάκης διέθετε το χάρισμα να βυθίζεται στα μάτια» σ.27, «αυτός που μπορούσε μ’ ένα βύθισμα μόνο να καταλάβει με ποιον έχει να κάνει» σ.82, «την κοίταξε στα μάτια» σ.83, «την κοίταξε βαθιά στα μάτια» σ.140, «βύθισε τα μάτια του στα δικά της» σ.141) είναι μερικά μόνο δείγματα προχειρότητας.
Αφηγηματική αδυναμία θεωρώ την κακή χρήση της αναδρομής στο παρελθόν, όταν μία τηλεφωνική συνδιάλεξη Τερζάκη – Νικόλ (σσ. 112-122) διακόπτεται από την αναδρομική αφήγηση των προηγούμενων ερωτικών σχέσεων της κοπέλας με μεγαλύτερους σε ηλικία άντρες (σσ. 113-121). Προφανώς αυτή η αναδρομή γίνεται, για να δικαιολογηθεί με τη βοήθεια της ψυχολογίας η αποστροφή της Νικόλ προς τον Τερζάκη «μπαμπά» και «μπαμπακούλη» (σ. 113: η έλλειψη πατέρα οδηγεί στην αναζήτηση του πατρικού προτύπου στους ερωτικούς συντρόφους), αλλά … είναι πολύ προφανής και επιπλέον διακόπτει ένα ζωντανό -υποτίθεται- διάλογο.
Αδυναμία της πλοκής θεωρώ το γεγονός ότι ο Τερζάκης δεν αναγνώρισε την κόρη της ερωμένης του, καίτοι η Καίτη «του έδειχνε … φωτογραφίες από σχολικές γιορτές ή από εκδρομές, και εκείνος με πραγματική χαρά διαπίστωνε πόσο μεγάλωνε η μικρή και πόσο ομόρφαινε. Σου μοιάζει επικίνδυνα, έλεγε στην Καίτη όταν η κόρη της είχε πια αρχίσει να δένει και να χάνει τα κοριτσίστικα χαρακτηριστικά» (σσ. 50-51-παρεμπιπτόντως παρατηρούνται στο παράθεμα δύο λάθη στη χρήση του κόμματος: ένα περιττό πριν από το «και», ένα απόν πριν από το «όταν»). Αδυναμία της πλοκής είναι επίσης η ασυνέπεια χρόνου: όταν ο Τερζάκης ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη, η Νικόλ είχε κλείσει τους τρεις μήνες εγκυμοσύνης (σ.166) και μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα (σ.184), μέχρι να πάει στη μάνα της στην Αθήνα και να της ανακοινώσει ότι είναι έγκυος στον τρίτο μήνα (σ.188)!
Για ασυνέπεια χαρακτήρα μπορούμε να μιλήσουμε όσον αφορά στη Τζένη Διαλεγμένου για παράδειγμα. Πρόκειται για επιτυχημένη στα επαγγελματικά της γυναίκα με έλεγχο και αυτοέλεγχο, αλλά … μια ζηλιάρα Κατινάρα στη ερωτική της ζωή (σσ. 13-18). Όσον αφορά στους βασικούς ήρωες, μιλάμε μάλλον για απουσία χαρακτήρα. Η παρουσίαση του Τερζάκη, αλλά και των άλλων προσώπων του έργου, είναι επίπεδη και γίνεται με τρόπο που μου θύμισε τους χαρακτηρισμούς προσώπων, με τους οποίους μας βασάνιζαν οι φιλόλογοι στα γυμνασιακά μας χρόνια. Δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ο χαρακτήρας του, δεν εντάσσεται στο αντίστοιχο περιβάλλον που θα ταίριαζε στον ήρωα. Τυχαία, αμέσως μετά το υπό συζήτηση βιβλίο, διάβασα το Σάββατο του Ian Mc Ewan. Στο Σάββατο, λοιπόν, ο κεντρικός ήρωας είναι ένας Λονδρέζος μεγαλογιατρός. Αν διαβάσετε αυτό το βιβλίο, θα καταλάβετε τι εστί δημιουργία λογοτεχνικού ήρωα. Ο συγγραφέας φαίνεται ότι έχει κάνει ενδελεχή έρευνα για την επαγγελματική ζωή ενός νοσοκομειακού νευροχειρουργού και για το λόγο αυτό καταφέρνει να χτίσει αριστοτεχνικά τον κόσμο στον οποίο εντάσσεται αρμονικά ο ήρωάς του. Φυσικά, ο αναγνώστης διακρίνει τα αυτονόητα: συνέπεια, ανάλυση σκέψεων του ήρωα, για να γίνονται κατανοητές οι πράξεις του, αρμονία ατμόσφαιρας του έργου με τη δράση, αβίαστο ξετύλιγμα της πλοκής. Όλα όσα λείπουν, δηλαδή, από το βιβλίο του Παπαχρήστου.
Το βιβλίο με ενόχλησε επίσης και για την ιδεολογία του. Είναι απίστευτο να χαρακτηρίζονται «σχεδόν φεμινιστικά κηρύγματα» (σ.24) τα κουτσομπολιά της Πέπης για τις εγκαταλελειμμένες από τους συζύγους τους γυναίκες. Εδώ δεν διαστρέφεται απλώς, αντιστρέφεται πλήρως η έννοια φεμινισμός, κύριε Παπαχρήστο. Ενοχλεί βεβαίως και η προπαγάνδα: «Ο Τερζάκης, που ήταν από τους πρώτους που είχαν ενταχθεί στο ΕΣΥ όταν το ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου με τον Γεννηματά, θεωρούσε ότι αυτή η άνομη σχέση γιατρών και φαρμακευτικών εταιρειών ήταν γάγγραινα που ταλαιπωρούσε το σύστημα» (κλπ., κλπ. σσ. 72-73). Δεν είχε όμως κανένα πρόβλημα ο Τερζάκης να πάρει αμοιβή 1000 € (σ. 101) για ένα τρίωρο ιατρικό συμβούλιο και μάλιστα με το μυαλό του αλλού (σ. 79), ένα ποσό δηλαδή σχεδόν όσο ο μισθός των 1450 € της νοσηλεύτριας Καίτης.
Θα κλείσω με δύο παραδείγματα κακογουστιάς: α) Η Ουάσιγκτον είχε «ωραία κτίρια που θύμιζαν αρχαία Ελλάδα» (σ. 10)!!! β) Στην κορύφωση του δράματος της Νικόλ, τη στιγμή που καταρρέει και κλαίει ακούγοντας ότι ο εραστής της και πατέρας του παιδιού της έχει σχέση και με τη μητέρα της, ο συγγραφέας σχολιάζει: «Έμεινε εκεί στην πολυθρόνα ασάλευτη, λες και ένα μαγικό χέρι την κρατούσε πιεστικά κολλημένη πάνω της. Σαν να επρόκειτο για εικαστική παρέμβαση με τίτλοΗ πολυθρόνα και το κορίτσι’»(σ. 178)!!! Συγγραφικός ναρκισσισμός για γέλια και για κλάματα. ΕΛΕΟΣ!

Πένη Παππά

1 σχόλιο:

  1. εκδόσεις Λιβάνη - ΛΙΒΑΝΙΣΜΑ στο 3 και 7. Τυχαίο;
    Άντε καλέ!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Free Hit Counter